Κείμενα, αναλύσεις και βιβλία του Αργύρη Αργυριάδη

Τα τελευταία χρόνια έχει αναπτυχθεί εντός του Αναρχικού – Αντιεξουσιαστικού «χώρου» (ας μου επιτραπεί αυτή η έκφραση) μια στροφή προς τον αντικοινωνισμό, τον ατομικισμό, τον μηδενισμό, ενάντια στον πολιτισμό και έναν ιδιότυπο πρωτογονισμό, η οποία δεν είναι απλά μετεξέλιξη του lifestyle αναρχισμού όπως το είχε περιγράψει ο Μάραιη Μπούκτσιν παλαιότερα, αλλά κάτι πολύ περισσότερο.

Με δράσεις πιο «επιθετικές» πιο «ακτιβιστικές» στην ουσία αυτού που περιγράφουν ως τερορισμό οι υποστηρικτές αυτής της «τάσης» (ας μου επιτραπεί να χρησιμοποιήσω αυτήν τη λέξη ως ερμηνευτικό εργαλείο) οργανώνονται σε άτυπες ομοσπονδίες και χρησιμοποιούν την τεχνολογία και τα ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας που αρκετά συχνά εχθρεύονται για να υλοποιήσουν συνολικά σχέδια δράσης με ονόματα όπως φοίνικας ή Νέμεσις, όχι μόνο σε τοπικό αλλά και σε διεθνές επίπεδο. Στον προσδιορισμό της δράσης τους χρησιμοποιούν αρκετά νέους ή διαφορετικούς λεκτικούς σχηματισμούς για να καταδείξουν ότι εδώ συμβαίνει κάτι καινούργιο (π.χ. νέομηδενιστικοαντάρτικο, αναρχομηδενιστικός τερορισμός κ.λπ.) όχι μόνο από τους ενεργούς φορείς αυτής της τάσης που θα αποκαλούμε στο εξής ως «νέα αναρχία» αλλά και από τους συμπαθούντες σε αυτήν κατά τον διάλογο εντός των μέσων αντιπληροφόρησης.

Το τελευταίο καιρό γινόμαστε ολοένα και περισσότερο μάρτυρες μιας σειράς γεγονότων, τα οπαία μέσα από την ασημαντότητα τους, ανεβάζουν ψηλότερα τον πήχη του υπερφίαλου εθνικοπατριωτικού μεγαλείου.

Οι «εθνικές» πρωτιές της Ελλαδίτοας, που ξαφνικό μεταμορφώνεται σε «Ελλαδάρα», στους πάσης φύσεως αθλητικούς αγώνες ή μουσικούς διαγωνισμούς, είναι πλέον η μονή περίπτωση ανάδειξης του εθνικού μεγαλείου. Ενώ την ιδία στιγμή, η κοινωνία, ηττάται σε πολιτικό. οικονομικό και ανθρώπινο επίπεδο.

Χρειάζεται μια Ελλάδα νικητής ως άλλοθι, για να συντηρηθεί ο μύ­θος και η νοοτροπία του Ελληναρά, αυτού του υπερβατικού όντος με το εθνικό μεγαλείο της χλαμύδας και του φιλότιμου της φουστα­νέλας. Το να ξαναειπωθεί ότι μια κοινωνία στην εποχή της ασημαντότητας της, επιλέγει τον πιο εύκολο δρόμο, αυτόν την κενότητας, θα ήταν απλά μια ακόμα γραφική κοινοτυπία, την οποία γνωρίζουμε όλοι

Η κοινωνική αλληλεγγύη είναι ο πρώτος ανθρώπινος νόμος. Η ελευθερία ο δεύτερος»

Αν και ο όρος Αναρχισμός ως όρος συνδέεται ξεκάθαρα ως σύνολο πολιτικών ιδεών μονάχα όταν το διακήρυξε περίτρανα (“Είμαι Αναρχικός!”) ο Προυντόν στο πολύ σημαντικό έργο του «Τι είναι ιδιοκτησία», αναμφίβολα ένα από τους πιο σημαντικότερους εκφραστές του κλασικού αναρχισμού της νεωτερικότητας είναι ο Μιχαήλ Μπακούνιν. Συμπληρώνονται φέτος 143 χρόνια από τον θάνατό του και στο κείμενο αυτό θα προσπαθήσω να συνοψίσω τις επαναστατικές ιδέες του και την διαχρονικότητα τους στο σήμερα.

Εν συντομία, ο Μάης του ’68 είναι η πολιτικοκοινωνική αναταραχή που ξέσπασε στη Γαλλία ως αποτέλεσμα των κινητοποιήσεων των μαθητών και φοιτητών, τα οποία επεκτάθηκαν με γενική απεργία των εργατών και τελικά οδήγησαν σε πολιτική και κοινωνική κρίση, που πήρε διαστάσεις ρήξης και οδήγησε στη διάλυση της Γαλλικής Εθνοσυνέλευσης και την προκήρυξη εκλογών από τον τότε πρόεδρο Σαρλ Ντε Γκωλ.

Η ίδια η κοινωνία δεν είναι παρά μια φαντασιακή θέσπιση επικοινωνιακών σχέσεων και αλληλεπιδράσεων. Ως τέτοια ήταν αναμενόμενο να χρησιμοποιηθεί ως εξουσιαστικό εργαλείο και ως αναπαραγωγή της κυρίαρχης ιδεολογίας. Υπό το πρίσμα αυτό η προπαγάνδα μπορεί να οριστεί ως διάδοση του αξιακού συστήματος των κέντρων εξουσίας με τέτοιο πειστικό τρόπο, ώστε οι αναπαραστάσεις των πολιτών να συγκλίνουν προς τους στόχους της ηγετικής τάξης. Η αμφισημία των νοημάτων και οι πολλαπλές πιθανότητες ερμηνείας της αντικειμενικότητας μειώνονται, εξαιτίας της συστηματικής προσπάθειας της εξουσίας να αποκρύψει εναλλακτικές νοηματοδοτήσει και να υπερτονίσει όσες μπορούν ευχερέστερα να περιγράψουν τις αντιλήψεις της.

Οι πολίτες ενδίδουν σε αυτή, συνειδητά ή ασυνείδητα ως αντίδραση σε μαζικά συναισθηματικά βιώματα και συλλογικές απειλητικές εμπειρίες. Το σίγουρο είναι πως η προπαγάνδα είτε ως αποσιώπηση είτε ως ψέμα είτε ως τεχνική υποθάλπει την κατάλυση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, διακυβεύει τα ιδεώδη και λεηλατεί την ελεύθερη βούληση διότι:

• Η προπαγάνδα δημιουργεί ανάγκες ή επιτείνει τις υπάρχουσες

• Δραματοποιεί λανθάνοντα ή υπαρκτά συναισθήματα

• Αναζωογονείται με την επανάληψη

• Γίνεται πιστευτή, όταν εκπέμπεται από πολλές πηγές, που αλληλοσυμπληρώνονται

• Είναι αποτελεσματικότερη όταν προβάλλει τα μηνύματά της σε φαινομενικά ουδέτερο πλαίσιο.

• Γίνεται περισσότερο πετυχημένη όταν τα νοήματά της δεν είναι διεκδικητικά ή απαιτητικά, αλλά φαντάζουν ως λογικά αποκυήματα της σκέψης των πολιτών.

• Δηλητηριάζει τον κριτικό λόγο, όταν ενσωματώνει τα αντίθετα επιχειρήματα με τέτοιο τρόπο, ώστε να τα γελοιοποιήσει, κάνοντας την κοινή γνώμη να υποθέσει πως μετέχει μιας δημοκρατικής αντιπαράθεσης.

• Εκτροχιάζει την ορθή σκέψη παρουσιάζοντας ψευδή δεδομένα ή αποσιωπώντας άλλα. Για παράδειγμα εμφανίζουν μια ιδέα, ως πολύ πιο διαδεδομένη απ’ ό,τι πραγματικά είναι, έναν υποθετικό κίνδυνο ως απειλή, οδηγούν την κοινή γνώμη σε εκβιαστικά διλήμματα του τύπου «πτώχευση ή ξεπούλημα των βασικών δικαιωμάτων», «ανοχή στους μετανάστες ή διασάλευση της δημόσιας ασφάλειας», χωρίς να την εκθέτουν σε πραγματικές λύσεις.

Το παρόν έργο αποτελεί μια σύνοψη άρθρων, παρεμβάσεων, συνεντεύξεων, ομιλιών κοκ, σε περιοδικά, εφημερίδες, ραδιόφωνα κλπ μέσα, σχετικά με το φαινόμενο του εθνικισμού, του ρατσισμού, της Χ.Α. και των συντηρητικών κοινωνικών σχέσεων που διαμορφώνονται στην ελληνική κοινωνία την εποχή της γενικευμένης κρίσης και του ολοκληρωτισμού, ως βασική συνθήκη της διαρκούς κατάστασης εξαίρεσης, μέσω νομοθετημάτων υπο το καθεστώς έκτακτης ανάγκης.
Η ανάλυση γίνεται μέσα από το πρίσμα της κοινωνικής ψυχολογίας και μέσα απο την Αντιεξουσιαστική – Αναρχική θεώρηση.

Ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος ανήκει σε μια από τις πιο ιδεολογικές και ριζοσπαστικές περιόδους στην ιστορία της Ευρώπης. Οι πολιτικές ιδεολογίες της δεκαετίας του ’20 και του ’30 θεώρησαν ότι είχαν την ικανότητα να αλλάξουν τον κόσμο, και ότι ήταν καθήκον τους να το φέρουν εις πέρας. Για τον λόγο αυτό ο ισπανικός εμφύλιος δεν είναι μόνο πόλεμος της δημοκρατίας ενάντια στον φασισμό, αλλά και ένα αγώνας για την πραγμάτωση του αναρχικού ιδεώδους που ζητά άμεση δράση σε αντίθεση με την πολιτική επιβολή που ζητούσαν τα σοσιαλιστικά ή κομουνιστικά κόμματα της Ισπανίας.

Ο Πέτρος Κροπότκιν δεν ήταν ένας πασιφιστικός ουτοπικός λάτρης του προμεσαιωνικού παρελθόντος, αλλά ένας πριγκιπικής καταγωγής αρνητής της τάξης του και των προνομίων της, που αφιέρωσε την ζωή του για την χειραφέτηση των ανθρώπων αλλά και των εργαζομένων. Όχι απλά ένας ταξικός σύμμαχος, αλλά συμπολεμιστής στον ταξικό αγώνα. Ένας συνεπής και προσγειωμένος, αλλά όχι εγκλωβισμένος για την εποχή του, διορατικός κομμουνιστής – αναρχικός.

Η πρώτη διαπίστωση που θα μπορούσε να γίνει είναι ότι η αναγκαιότητα μια τέτοιας συζήτησης – διάλογου– προβληματισμού δεν θα υπήρχε σε τέτοιο βαθμό στις μέρες μας, αν ο Αναρχισμός παρέμενε ένα κοινωνικό κίνημα & και δεν εμφανιζόταν σαν ένα μητροπολιτικό & νεολαιίστικο φαινόμενο. Από το τέλος της δεκαετίας του 60 & μετέπειτα ο αναρχισμός συνδέεται άμεσα με την νεανική εξέγερση, ψυχολογικοποίηται ως έκφραση για αποκλίνουσες προσωπικότητες, ταυτοποιήται με την ανομία & την καταστροφή. Χάνοντας τα κοινωνικά χαρακτηριστικά του, ο αναρχικός χώρος αποκόβεται από τον κόσμο της εργασίας (πεδίο που είχε ιδιαίτερη βαρύτητα για τους αναρχικούς και προσέδωσε ένα σημείο πρακτικής εφαρμογής έναντι ενός υπερφίαλου ρομαντισμού: Βλέπε Ισπανία). Από την δεκαετία του 80 και ύστερα, τα κατάλοιπα του Punk δημιουργούν μια στρατιά απογοητευμένων νεολαίων, η οποία στην συνέχεια αφομοιώνεται και γίνεται μόδα καταλήγοντας στην ενδυματολογική έκφραση ενός fashion (μοδάτου) αναρχισμού με βασικό χαρακτηριστικό την προβολή του αναρχικού άλφα σε κύκλο ως στιλιστική έκφραση. Η δεκαετία του 90 βρίσκει τον αναρχικό χώρο να συρρικνώνεται ακόμα περισσότερο και να βρίσκεται διαρκώς σε μια ταυτολογική αναζήτηση που συνεχίζεται έως τις μέρες μας. Η κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ, με το τέλος του υπαρκτού σοσιαλισμού, δημιουργεί στον αναρχικό χώρο μια νέα δυναμική, που άλλοι την εκλαμβάνουν ως ευκαιρία για συνέχιση του αγώνα με στόχο οι αναρχικές ιδέες επιτέλους να βγουν ξανά στο προσκήνιο. Ενώ στο αντίποδα, κάποια κομμάτια του αναρχικού χώρου, να θεωρούν την κατάρρευση του σοσιαλιστικού ιδεώδους σαν την αφετηρία για μια ενδελεχή μετεξέλιξη του αναρχικού προτάγματος και την δημιουργία ενός καινούργιου αναρχισμού, προσανατολισμένου στην νέα εποχή. Στην πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα ο Αναρχισμός που είχε ήδη μεταβληθεί σε lifestyle Αναρχία, μετατοπίζεται ακόμα πιο πολύ και μεταστοιχειώνεται σε «Νέα Αναρχία» ακόμα πιο άγρια, πιο «μαύρη, μηδενιστική και «αντικειμενική» αφού είναι εναντίων όλων εχθρών και φίλων, αν υποθέσουμε ότι υπάρχουν. Ως αποτέλεσμα, η έλλειψη στρατηγικής κατεύθυνσης, σε συνδυασμό με την ανάγκη επανακαθορισμού της ταυτότητας, οδήγησε πολλούς νέους επί το πλείστον αναρχικούς να στραφούν σε επιμέρους ζητήματα δευτερεύουσας σημασίας για τον κοινωνικό επαναστατικό αγώνα, δημιουργώντας ένα σκληροπυρηνικό τρόπο αντίληψης, θεώρησης & στάσης πραγμάτων, χαρακτηριζόμενο από τον αρνητισμό & την εσωστρέφεια.

 

 

 

This entry was posted in Σύγχρονες αναλύσεις, βιβλία και κείμενα and tagged , . Bookmark the permalink.